HISTORIA · ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Ρασταφαριανισμός

ΥΠΟ – ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ : Το νόημα του στυλ

 

Κεφάλαιο 3 : Ρασταφαριανισμός

Ρίχνοντας μια ματιά στο παρελθόν και κάνοντας μια ιστορική αναδρομή από την απαρχή της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, θα  μπορούσαμε να πούμε πως αυτήν αποτέλεσαν οι κτήσεις, οι αποικίες, τα προτεκτοράτα, οι εντολές και άλλα εδάφη που κυβερνήθηκαν ή διοικήθηκαν από το Ηνωμένο Βασίλειο, τα οποία προήλθαν από υπερπόντιες αποικίες και εμπορικούς σταθμούς ιδρυμένους από την μεγαλύτερη Αγγλία στον ύστερο 16ο και πρώιμο 17ο αιώνα. Στην ακμή της ήταν η  μεγαλύτερη αυτοκρατορία στην ιστορία και, για πάνω από ένα αιώνα, ήταν η σπουδαιότερη  παγκόσμια δύναμη.

Η Καραϊβική ήταν αυτή η οποία προσέφερε τις πιο σημαντικές και κερδοφόρες αποικίες αλλά όχι προτού να αποτύχουν αρκετές προσπάθειες αποικισμού. Μια προσπάθεια να ιδρυθεί αποικία στη Βρετανική Γουιάνα το 1604 διήρκεσε μόνο δυο χρόνια και απέτυχε στον κύριο στόχο της να βρει κοιτάσματα χρυσού. Αποικίες στην Αγία Λουκία το 1605 και στη Γρενάδα το 1609 εγκαταλείφθηκαν γρήγορα, αλλά ιδρύθηκαν με επιτυχία οικισμοί στον Άγιο Χριστόφορο το 1624, στα Μπαρμπάντος το 1627 και στο Νέβις το 1628.

Το 1672 ιδρύθηκε η Βασιλική Αφρικανική Εταιρεία, λαμβάνοντας από τον Κάρολο Β’ της Αγγλίας το μονοπώλιο του εμπορίου σκλάβων στις βρετανικές αποικίες της Καραϊβικής. Από την αρχή, η δουλεία ήταν η βάση της Βρετανικής Αυτοκρατορίας στις Δυτικές Ινδίες. Μέχρι την κατάργηση του δουλεμπορίου το 1807, η Βρετανία ήταν υπεύθυνη για τη μεταφορά 3,5 εκατομμυρίων Αφρικανών σκλάβων στην Αμερική. Για να διευκολυνθεί αυτό το εμπόριο, δημιουργήθηκαν οχυρά στις ακτές της Δυτικής Αφρικής, όπως στη νήσο Τζέημς, την Άκκρα και τη νήσο Μπουνς. Στη βρετανική Καραϊβική το ποσοστό των μαύρων αυξήθηκε από 25% το 1650 σε περίπου 80% , το 1780 και στις Δεκατρείς Αποικίες την ίδια περίοδο από 10% σε 40%.  Για τους δουλεμπόρους, το εμπόριο ήταν εξαιρετικά κερδοφόρο και έγινε σημαντικό οικονομικό στήριγμα για βρετανικές πόλεις, όπως το Μπρίστολ και το Λίβερπουλ, που αποτελούσαν την τρίτη γωνία του λεγόμενου τριγωνικού εμπορίου με την Αφρική και την Αμερική.

Ερχόμενοι σε πιο πρόσφατα ιστορικά γεγονότα, όπως είναι ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος παρατηρούμε ότι παρόλο που η Μεγάλη Βρετανία βγήκε νικήτρια, έχασε το μεγαλύτερο μέρος των αποικιών της. Ταυτόχρονα, όμως, αποτέλεσε έναν από τους πιο σημαντικούς προορισμούς των μεταναστών που εγκαταστάθηκαν στην Ευρώπη, και ιδιαίτερα, εκείνων που προέρχονταν από τις πρώην Αγγλικές αποικίες. Οι κυριότερες χώρες προέλευσης των μεταναστών ήταν οι χώρες της Καραϊβικής, το Πακιστάν, το Μπαγκλαντές, η Σρι Λάνκα και η Ινδία. Ειδικά τη δεκαετία του 1950 λαμβάνουν χώρα τα μεγαλύτερα μεταναστευτικά ρεύματα, όπου η Μαύρη Φυλή αγγίζει περίπου τους 891.000 μετανάστες.

Το κείμενο του Dick Hedbige μας εντάσει στο γενικότερο κλίμα το οποίο κυριαρχεί στη Μεγάλη Βρετανία (1960 – 1970) , όπου παρατηρείται το φαινόμενο του ρασταφαριανισμού, με κεντρικά στοιχεία τη reggae μουσική, την “επιστροφή στην Αφρική”, το κίνημα των ράστα, τη Βαβυλώνα, τη Βίβλο και τέλος, το στυλ.

Πιο συγκεκριμένα, όπως αναφέρει και μέσα στο κείμενο “ Η Αφρική βρίσκει την ηχώ της στη reggae μέσα στα ευδιάκριτα χτυπήματά της”. Η reggae αναπτύχθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και προήλθε μετά από την ανάπτυξη της ska και της rocksteady μουσικής. Επηρεασμένη αρκετά από αμερικανική jazz και ρυθμούς παλιάς εποχής και blues με έμφαση στο μπάσο, η reggae   σιγά σιγά πήρε τη μορφή που γνωρίζουμε σήμερα. Αποτελεί τη βάση του μεγαλύτερου μέρους της σύγχρονης τζαμαϊκανής μουσικής και περιλαμβάνει κυρίως ύμνους υπό τον επιβλητικό ήχο τυμπάνων και άλλων κρουστών, που συνοδεύουν τις θρησκευτικές συγκεντρώσεις των πιστών, οι οποίες περιλαμβάνουν συχνά συνοδευτικό χορό και τη χρήση κάνναβης.  Από παράδοση, ταυτίστηκε με την εξέγερση και δεν είναι σπάνιες οι αναταραχές οι οποίες έλαβαν χώρα από τη μεριά των Αφρικανών απέναντι στις αρχές. Ουσιαστικά, ανέμεναν “ το θρίαμβο του Νέγρου”. Αποκαθιστούσαν την εκτοπισμένη Αφρική, “ την παρασυρμένη ήπειρο”.

Η Βίβλος είναι μία κυρίαρχη δύναμη μέσα στη reggae μουσική και όχι μόνο εκεί. Θεωρείται ιερό θρησκευτικό βιβλίο που δίνει έμφαση στην επιστροφή των μαύρων στην Αφρική. Οι Ρασταφάρι πίστευαν ότι ο Χαϊλέ Σελασιέ Α’ είναι η ενσάρκωση του Θεού και ότι η άνοδός του στο θρόνο της Αιθιοπίας (1930) θα οδηγούσε στην επικείμενη “πτώση της Βαβυλώνας”, δηλαδή των λευκών αποικιακών δυνάμεων. Σύμφωνα με την κεντρική πεποίθηση των Ρασταφάρι, ο Χαϊλέ Σελασιέ θα απελευθέρωνε τους μαύρους από το σύστημα καταπίεσής τους από τους λευκούς, το οποίο συχνά αποκαλείται από τους ίδιους και «Βαβυλώνα». Ακόμα και μετά το θάνατο του αυτοκράτορα της Αιθιοπίας, η πίστη αυτή παραμένει ζωντανή, καθώς αρκετοί πιστεύουν πως στην πραγματικότητα ο Σελασιέ δεν πέθανε ποτέ ή κατά άλλους θα επιστρέψει στο μέλλον για τη σωτηρία των ανθρώπων από την καταπίεση.

Ο Ρασταφαριανισμός φάνηκε ιδιαίτερα ελκυστικός στη νεολαία της εργατικής τάξης, τόσο στα γκέτα του Kingston όσο και στις κοινότητες των Δυτικοϊνδών της Μεγάλης Βρετανίας. Αξιοσημείωτη δημοσιότητα έλαβε και το θρησκευτικό κίνημα των ράστα το 1958, όταν διοργανώθηκε το πρώτο «Παγκόσμιο Συνέδριό» τους, υπό την καθοδήγηση του Τσαρλς Έντουαρντς και συνοδευόμενο από νέες συμπλοκές με τις αστυνομικές αρχές.

Όσον αφορά την εξωτερική τους εμφάνιση αλλά και τις καθημερινές πρακτικές τις οποίες ακολουθούσαν, εκεί περιλαμβάνονται αυστηρές διατροφικές συνήθειες που περιλαμβάνουν κυρίως τη χορτοφαγία, τη χρήση της κάνναβης για θρησκευτικούς σκοπούς καθώς και την υιοθέτηση χαρακτηριστικής κόμμωσης των μαλλιών σε πλεξίδες («ράστα»).

Η ιδιαίτερη κόμμωση δηλώνει την αντίδραση αυτού του κινήματος ενάντια στους καταπιεστές. Έχει όμως και συμβολικό χαρακτήρα. Συμβολίζει ,σύμφωνα με τους Ράστα, το λιοντάρι της φυλής του Ιούδα.

Τα χρώματα των Ρασταφάρι είναι το πράσινο, κίτρινο, κόκκινο που είναι και τα χρώματα της σημαίας της Αιθιοπίας και το καθένα συμβολίζει κατι διαφορετικό:

Το πράσινο συμβολίζει την γη της Αφρικής.

Το κίτρινο τον ήλιο και τον χρυσό που έκλεψαν οι λευκοί από την Αφρική και

το κόκκινο το αίμα των καταπιεσμένων μαύρων, των σκλάβων.

Μέχρι το τέλος του 1960, οι Ράστας καταδιώχτηκαν για αναμόχλευση φυλετικών και ταξικών διαφορών που η πρόσφατα ανεξάρτητη Τζαμαϊκανή κυβέρνηση προσπαθούσε απεγνωσμένα να συγκαλείψει. Με την κυβέρνηση Μάρλευ, οι Ράστας  κατά κάποιο τρόπο αναγνωρίστηκαν, κάτι που σημάδεψε το ξεκίνημα της λεγόμενης “ πολιτιστικής επανάστασης”. Μιας γενικευμένης μετατόπισης, τόσο στη βιομηχανική όσο και στην ιδεολογική εξέλιξη, από την Ευρώπη και την Αφρική προς την Κούβα και τον Τρίτο Κόσμο. Η μετατόπιση αυτή συμπίπτει απόλυτα με την εξέλιξη της Τζαμαϊκανής βιομηχανίας λαϊκής μουσικής – η reggae αποδείχτηκε το ιδανικό μέσο για τη μετάδοση του “μηνύματος” Ράστα.

Όσο προχωρούσε η δεκαετία του 1960, η reggae μουσική άρχιζε λίγο πολύ να καθορίζεται από έναν Αφρικάνικο μεταβολισμό. Οι στίχοι γίνανε πιο συνειδητά Τζαμαϊκανοί, πιο θολά διατυπωμένοι, μέχρι που εξαφανίστηκαν ολότελα μέσα στο “ dub” και αντικαταστάθηκαν από το “talk over”.  Διακεκριμένοι μουσικοί και οπαδοί του Ρασταφαριανισμού, όπως o Bod Marley, χρησιμοποίησαν σύμβολα των Ρασταφάρι, ενσωμάτωσαν στοιχεία της θρησκευτικής μουσικής τους στη reggae, ενώ μέσα από τους στίχους τους εξέφρασαν τις κοινωνικοπολιτικές πεποιθήσεις τους και υιοθέτησαν το λεξιλόγιο τους.

Στην πορεία, η λατρεία του Ρασταφαριανισμού κατέληξε σε στυλ: σε έναν εκφραστικό συνδυασμό από κοτσίδες, χακί καμουφλάζ και μαριχουάνα, που έδειχνε απροκάλυπτα την αποξένωση που ένοιωθαν τόσο πολλοί νεαροί μαύροι Bρετανοί. H αποξένωση ήταν σχεδόν αναπόφευκτη, ήταν ενσωματωμένη στην καθημερινή ζωή των νεαρών Δυτικοϊνδών εργατών με τη μορφή της άθλιας στέγης, της ανεργίας και των διώξεων απ’ την αστυνομία. Aκόμη απ’ το 1969, υπολογιζόταν ότι λευκοί νέοι από αντίστοιχο κοινωνικό περιβάλλον μπορούσαν να βρουν ειδικευμένη εργασία περίπου πέντε φορές ευκολότερα.

Στο πλαίσιο του λαϊκού πολιτισμού της Τζαμάικα, έχουμε την εμφάνιση του sound system το οποίο αποτελούνταν από disc jockeys, μηχανικούς και MCs που έπαιζαν ska, rocksteady ή reggae μουσική. Ο ήχος στη σκηνή θεωρούνταν πολύ σημαντικός για την πολιτισμική ιστορία της Τζαμάϊκα και υπεύθυνος για την άνοδο πολλών σύγχρονων Τζαμαϊκανών μουσικών ειδών. Tο “sound system”, πιθανόν περισσότερο από κάθε άλλο θεσμό, μέσα στη ζωή της εργατικής τάξης των Δυτικοϊνδών,ήταν εκείνη η πλευρά όπου η μαύρη συνείδηση μπορούσε να διερευνηθεί πιο αναλυτικά και να εκφραστεί πιο καθαρά και πιο ασυμβίβαστα. Για μια κοινότητα περιφραγμένη από όλες τις πλευρές με διακρίσεις, εχθρότητα, υποψίες και τυφλή ασυνεννοησία, το “sound system” έφτασε ν’ αντιπροσωπεύει, ιδιαίτερα για τους νέους, ένα πολύτιμο εσώτερο ιερό, αμόλυντο από ξένες επιδράσεις, μια μαύρη καρδιά, που χτυπούσε στην Aφρική με το σταθερό παλμό του dub.

Eυτυχώς, οι σχέσεις με την ευρύτερη λευκή κοινότητα ήταν κάπως λιγότερο φορτισμένες. Σε κάποια μέρη του Λονδίνου υπήρχε ένα ολόκληρο δίκτυο από υπόγεια κανάλια, που για χρόνια συνέδεσε ντόπιο πληθυσμό με την αντίστοιχη Δυτικοϊνδική κουλτούρα. Αρχικά, συνδέθηκαν για την παράνομη κυκλοφορία της μαριχουάνας και της τζαζ ενώ τα εσωτερικά αυτά κανάλια έδωσαν το έδαφος για πολύ ευρύτερες πολιτιστικές ανταλλαγές. Mε τον καιρό, οι δεσμοί ενισχύθηκαν από μια κοινή εμπειρία στέρησης, από ζωές που σπαταλήθηκαν δίπλα – δίπλα, γύρω από παρόμοια προβλήματα. Eνώ η καθεμιά διατήρησε το διακριτικό της σχήμα, οι δύο κουλτούρες μπορούσαν να εναρμονιστούν γύρω από κοινά συνδεόμενες “υποταγές”, της οικογένειας και του δρόμου, της pub και της γειτονιάς .

Special thanks to Μπάμπαλη Ειρήνη

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s