Αμπάουτ Μι · Mini thoughts

όμορφες καριόλες

Του Ανδρέα Κιτσικίδη

Ήταν περασμένες εννιά. Τη περίμενα να σχολάσει απ’ τη δουλειά, να κάνει μπάνιο και να πούμε πέντε κουβέντες. Την είδα να στρίβει απ’ το γνωστό στενό που κάτι καλοκαίρια είχαμε κάνει δεύτερο σπίτι. Γνώριμοι οι δρόμοι σα τη παλάμη του χεριού μου. Τα μαλλιά της στρωμένα και λίγο ατημέλητα. Με ένα βήμα όχι κουρασμένο αλλά τσαχπίνικο, έτοιμη να μοιραστεί πληροφορίες και νέα. Όταν τα νέα είναι παλιά και όταν τα παλιά είναι νέα.

Ανεβήκαμε τις σκάλες χωρίς να πούμε πάρα πολλά επειδή πάντα υπάρχει ένα σύνδρομο θυρωρού. Κοιτούν παράξενα, μοιράζονται ιστορίες σε άβολες στιγμές, πλήττουν μέχρι σιχάσεως και προσμένουν ένα βλέμμα αποδοχής, επικοινωνίας. Η ζωή όμως βιάζεται και δε περιμένει κανένα. Και ίσως έτσι θα έπρεπε και να γίνεται. Πάντα και παντού. Η πόρτα ανοίγει με ευκολία, δύο στροφές στα κλειδιά και μπήκες μέσα. Πούδρα και σανδαλόξυλο. Κεριά και μια σίτα να αφήνει έξω τους απρόσκλητους. Κάτι νερά ακόμη στάζουν απ’ το μπάνιο. Περιμένω κι εγώ από μια χαμένη ψυχή που έχει εγκλωβιστεί στην επαρχία αλλά και τον ίδιο της τον εαυτό να πάρει τηλέφωνο. Φιλοξενία. Τι ανόητη λέξη. Δεν μου αρέσουν αυτές οι λέξεις. Καλύτερα να μη πεις τίποτα.

Ντύνεται, στολίζεται, καπνίζει. Εμμονικά αλλά απολαυστικά. Το κάπνισμα σε ορισμένους ανθρώπους ταιριάζει. Μέλι γάλα. Στην εξορία του Αδάμ δεν υπάρχουν πολλοί που να ξέρουν τι θέλουν απ’ τη ζωή. Σημασία εχει να ξέρεις τι δε θέλεις. Μέσα από την αφαίρεση. Κι άσε τις εξισώσεις για άλλους. Για μπυροκοιλιάδες έξω από καντίνες, ενέσεις πεταμένες στο πάτωμα, χαλασμένα πεζοδρόμια και κραγιόν αξίας πέντε ευρώ. Η πολυτέλεια είναι στάση ζωής. Αντίσταση. Παράσταση.

Δε θέλω να ακούω φωνές. Το κεφάλι μου είναι καζάνι. Ρωτάω αν έχει ασπιρίνη και μου λέει ένα ανέκδοτο. Γελάμε. Ζει μόνη. Ζυμώνει. Παράνοια. Γέλια. Ψάχνω στο νεσεσέρ και το ράφι με τα βιβλία. Βάζω λίγο νερό και τη μπουκώνω. Κοιτάω έξω. Τούβλα, πεταμένες καρέκλες και φύλλα να αρμενίζουν πέρα δώθε. Έρχεται το φθινόπωρο. Να φοράς σκούφο, σου ισιώνει τα μαλλιά. Πάρε και μια λακ να κάθονται καλύτερα. Ξέρεις τι παθαίνεις με την αγκύλωση της κόμμωσης. Θεέ μου, τι να κάνω, αναρωτιέμαι; Ιδρώνω, θέλω να αλλάξω μπλούζα, θέλω να κατεβάσω ένα μπουκάλι τζιν αλλά κάτι με χαλάει στη γεύση του. Πάλι μπύρα ρε; Όχι, ευχαριστώ μου προκαλεί ενοχλήσεις. Θα πιω λίγο νερό. Αφυδατώθηκα.

Βάζουμε μουσικές που μόνο εμείς καταλαβαίνουμε. Κάτι σαν εσωτερικό, ηχητικό σήμα. Ώρα να φύγεις, ώρα να κοιμηθείς. Πάντα είναι ώρα για κάτι. Ώρα για κολατσιό, σαν εκείνα που φέρνουν αεροσυνοδοί και ιπτάμενοι αρωγοί σε ταξίδια εξωτερικού και εσωτερικού. Κάνε να είναι νόστιμο, κάνε να είναι χορτοφαγικό. Εύπεπτο.

Ξέρουμε πως θα βγούμε, ξέρουμε ποιους θα δούμε, ξέρουμε που θα καταλήξουμε. Όμως κάθε φορά είναι ιδιαίτερη. Διότι δεν είναι ιδιοτελής. Τα μάτια και τα χέρια. Μυρίζω την αφή. Γεύομαι την όραση. Όλα είναι ρευστά. Οι καναπέδες μεταμορφώνονται σε σύννεφα και μέσα από παράθυρα ασφαλείας χαμογελούν οι εραστές. Παγιδευμένοι στη μνήμη, σκληρά φασκιωμένοι για να μην τους μαγαρίσει κανείς. Γιατί ορισμένοι άνθρωποι είναι τόσο πολύτιμοι όταν είναι ατόφιοι. Θέλω να ξέρω πως είσαι καλά κι ας μην σε αγγίζω.

Οικογένειες και σφάλματα. Τρύπιες κουφάλες όπως τα ντουβάρια που περνάει ο αέρας. Μου σηκώνεται η τρίχα. Κλείνω τα μάτια και χορεύω, χορεύω μωρό μου. Λες και γεννήθηκα για να χορεύω. Σαν εκείνο το παραμύθι για μικρά παιδιά; Για ενήλικες τιμωρίες. Το κορίτσι που ποτέ δεν είχε κι απέκτησε τα πάντα. Το κορίτσι που χόρευε ντυμένο και στολισμένο στα κόκκινα. Στη θάλασσα.

Τη μία, είμαι η θεά Δήμητρα και ξέρω από αλώσεις. Πόλεμων, φυτειών, αναγκών. Την άλλη είναι ο Δημοφώντας. Ξέρουμε πως να μυηθούμε. Ξέρουμε τη μύηση. Την αναίρεση. Όταν ένα σώμα οικείο σε αλείφει με λάδι, αμβροσία και νέκταρ, χωρίς χρονικά κωλύματα, λες και η ζωή είναι όνειρο. Απατηλό; Καίγεσαι μέσα στη φωτιά και αγγίζεις την αθανασία; Είναι ύβρις να σκέφτεσαι την αφθαρσία όταν κουβαλά τη συνείδηση σου ένα σώμα φθαρτό, θνητό; Τι είναι αυτή η υπόσχεση; Στην εξορία του Αδάμ; Χορεύουν όλοι. Και χάνονται. Μέσα σε χωροχρονοταξικά καλειδοσκόπια. Το νήμα που τα ενώνει είναι η αγάπη αλλά το σώμα εκείνο. Φοράει υψηλή ραπτική. Η μία ψεύδεται. Ξέρουμε πως φοράει μούφα.

Κάθε φορά που ξημερώνει λυτρώνομαι και ανατριχιάζω. Γιατί η γη συνεχίζει να γυρνάει γύρω από τον εαυτό της σα δερβίσης και γύρω από τον ήλιο. Και γύρω απ’ αυτή η σελήνη. Η νύχτα, στολισμένη με πολλά κοσμητικά επίθετα. Αχρείαστα. Επειδή η νύχτα είναι αποσυγκόλληση. Λίγο μόνη, πολύ εθισμένη στην ανατολή. Φθονεί τη μέρα που ξημερώνει επειδή χάνεται. Για πάντα.

Οι εραστές είναι ξένοι. Τα σαγόνια μας τρέμουν. Φυσάει και έχει όμορφο ήλιο. Κάποιοι φεύγουν. Ορισμένοι έχουν πέσει στο πάτωμα. Καποιοι μας κοιτούν περιέργα. Ένας γέρος μας αποκαλεί καριόλες. Είμαστε όμως όμορφες. Καριόλες.

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s